| Κύριες μεταφράσεις |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| next of kin n | invariable (immediate family, closest relative) | κοντινότερος συγγενής επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | (επίσημο) | εγγύτερος συγγενής επίθ + ουσ αρσ/θηλ |
| | My sister is listed as my next of kin on all my emergency forms. |
| | The authorities won't release the name of the victim until his next of kin have been notified. |
| | Η αδερφή μου αναγράφεται ως ο κοντινότερος συγγενής μου σε όλα τα έντυπα έκτακτης ανάγκης. |
| | Οι αρχές δεν θα αποκαλύψουν το όνομα του θύματος, έως ότου ειδοποιηθούν οι εγγύτεροι συγγενείς του. |